Κρήσσα

***           Κρήσσα          ***

 

Πώς

να μην είναι η μνήμη μου πορφύρα και γαλαζόπετρα;

Πώς

να μην πλέκονται στα χέρια της τα ιερά φίδια.

Πώς

να μην ρέει από το στόμα της μέλι και γάλα.

Πώς

να μην έχει στα μάτια της

φύλλα από ελιά και άμπελο.

Η πρώτη μου μέρα

κοιμάται στο προσκέφαλο της προϊστορίας.

Θυμάμαι

τα λευκόχρυσα  σεντονάκια του λίκνου μου.

Θυμάμαι

το σφιχτό μελαχρινό βυζί με τη μεγάλη καφετιά ρώγα της μάνας μου.

Θυμάμαι

τους θηλυστολούντες ιερείς με τα γερά ωραιόσχημα κορμιά.

Θυμάμαι

τα γυαλιστερά δελφίνια  και τους ζεστούς κρόκους.

Η πρώτη μου μέρα κοιμάται

μέσα σε δονήσεις αγάπης

και λαχτάρας για επιφάνεια.

 Μετά

έσταξαν 10 σταγόνες.  Μέσα σε 10 χρυσούς κύλικες.

Οι 10 ισότιμοι βασιλιάδες.

Υιoί του Ποσειδώνος και της Κλειτούς.

Όλη την νύχτα ούρλιαζαν οι ταύροι.

Ο νόμος χάραμα χαράχτηκε στην πέτρα.

Όλη τη νύχτα άναψα και κόρωσα.

Που είναι τα λευκόχρυσα σεντονάκια του λίκνου μου;

Που οι θηλυστολούντες ιερείς;

Τα φίδια που είναι μητέρα;

Όλη τη νύχτα σπάραζε στην αγκαλιά μου.

Γιατί δεν έκανες κάτι;

Τώρα το κεφάλι του θα το στολίσουν στο μουσείο.

Και τα κόκκαλα μου θα τα εκθέσουν

πίσω από μια βιτρίνα.

Τα γέλια και οι χαρές μας

κρεμάστηκαν πάνω στις ζωγραφιές

και στα μαύρα σείστρα .

Γιατί δεν έκανες κάτι μητέρα;

Κολυμπάω από χτες στο θάνατο

και το κορμί μου μούσκεψε στο αίμα του.

Με τα ίδια μου τα χέρια το διαμέλισσα

και τό ΄δωσα στον ουρανό να το φάει

να μην υποφέρω.

Εκείνος δεν το άγγιξε όμως.

Μονάχα ο σεισμός ήρθε και μου παραστάθηκε.

Τρία μερόνυχτα  ουρλιάζαμε.

Μέχρι που όλα τα θάψαμε και ησύχασα.

Τώρα μένω ακίνητη

και το κορμί μου γεμίζει άλατα.

Που είναι το ζατρίκιο;

Φέρτε μου το ζατρίκιο

Και την κιθάρα και τις φίλες μου

Γιατί θα μας πνίξει η μέθοδος του άνθρακα

και οι δορυφόροι της.

Οι καίσαρες και οι κόλακές τους.

Μετά,

εκείνος άρχισε να γράφει την ιστορία του .

Της έδωσε ανδρικό πρόσωπο.

Της έφτιαξε ανδρικό σώμα.

Της έβαλε ανδρική φωνή.

Σαν τραβεστί σε διόδια  τρόμου!

«Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό

σε μια χαμένη Ήπειρο

δέκα ισότιμοι βασιλιάδες ,είπε.

Παιδιά του Ποσειδώνος  και της Κλειτούς.

Ειρηνικοί και δίκαιοι! Είπε.

Κάθε που έβγαζαν νόμο

έσφαζαν έναν ιερό ταύρο,

έριχναν μέσα σε δέκα χρυσούς κύλικες το αίμα του

και το΄πιναν.

Μετά ‘επαιρναν όποιο

και βγάζανε απόφαση.»

Τώρα ο ταύρος μου είναι νεκρός

και οι νόμοι πέτρωσαν πάνω στην πλάκα

και με κοιτούν με κείνη την παγωμάρα

που μοιρολογούσαν οι χωριάτισσες

τη χήρα στο Ζορμπά.

Σαν  στόμα που δεν έκλαψε ποτέ!

Σαν  φωνή που δεν έχει ποτέ τραγουδήσει!

 Ανοίγω τα μάτια μου και αγκαλιάζω το σύμπαν.

Το αστέρι που πέφτει

μου λέγει au revoir 

αλλά εγώ τρελαίνομαι!

Γιατί δεν ξέρω πού και πότε.

Κι όμως κάποτε ήξερα!

Τα σπίτια που πέτρωσαν

δεν θα δουν ποτέ τους άστρο.

Οι ψυχές που έλιωσαν

ποτέ ουρανό.

Τα υπόλοιπα είναι απλά.

Συνέβη.

Στην καρδιά της Γης.

Στη Μεσόγειο.

Τότε που ο φονιάς

αποφάσισε να φτιάξει το  θρόνο του.

Γιατί μίσησε τη ζωή .

Και αυτό που δια μητρός του είχε δοθεί

προπατορικό αμάρτημα απεκάλεσε..

Και ιδού!

Οι ωραίες Μινωίτισσες με τα ακάλυπτα στήθη

μέσα σε γυναικωνίτες της Αθήνας!

Αρσένων ευνάς υπηρετούσαι!

Με το μειδίαμα της πόρνης

πάνω στο υπέροχο στόμα τους.

Γιατί το περίγραμμα της ψυχής

αργεί να αλλοιωθεί.

Πρώτα η ψυχή εκπορνεύει

και μετά

προσαρμόζεται το σώμα.

Καισήμερα ακόμα θα δεις κορίτσια

με εκείνα τα χαρακτηριστικά.

Και τη

δαχτυλιδένια μέση

Και

το στήθος της Αριάδνης στοσώμα τους.   Έτσι,

απεκάλεσα τη Μαρία Σγουρού

τοιχογραφία!

Τόσο

ανάλαφρη και χαρούμενη ήταν! όπως και κείνη όμως

είχε αξιωθεί κάποιον

να της πίνει το αίμα.

Παρόλα αυτά τόσο ωραία ακόμα!

Αιώνες μετά!

-Φωνή

έβγαλα δυνατή. -Και που φώναξες, τι;

-Έφτυσα

στη μούρη του τη σιχαμάρα μου

-Και που έφτυσες στη μούρη του, τι;

-Θα το πληρώσει  ακριβά είπα.

Όμως εκείνος

ήλπιζε να με αγοράσει

ή να μου σπάσει τα κόκκαλα.

Δίπλα το οπλοστάσιο του γεμάτο.

Και τα παράσημα στον τοίχο.

Όν , ακέφαλο!

Αρχηγός  όμως!

Στο

θρόνο του έρποντας

με σφαγές και ανομίες  στην πλάτη

τον θρόνο του χτίζοντας.

Φέρτε μου το ζατρίκιο.

Που είναι το ζατρίκιο;

Φέρτε μου το ζατρίκιο και την κιθάρα και τις φίλες μου

γιατί μας πνίγει η μέθοδος του άνθρακα

και οι δορυφόροι της.

Οι καίσαρες και οι κόλακές τους.

Ο ήλιος γέρνει πίσω απ το κεφάλι του Ψηλορείτη

Και ΄γω κοιτάζω μέσα στη χύτρα το προσωπείο μου.

Αισθάνομαι να ξεκολλάει

από τα κόκαλα

και ότε τρέχω γεμάτη αγωνία να το κολλήσω.

Όταν με δει σ αυτό το χάλι ο άντρας μου

θα μ΄ εγκαταλείψει.

Και τότε τι θα κάνω δίχως άντρα;

Ο ήλιος γέρνει πίσω απ το κεφάλι του Ψηλορείτη

και ΄γω κοιτάζω μέσα στη χύτρα το προσωπείο μου.

Είναι γεμάτο φασόλες, χταποδάκια και φακή.

Έτσι μου ΄ρχεται να πέσω μέσα.

Δεν το κάνω όμως !

Θα μου βάλει κοσμία η ιστορία!

  Μετά ,

τον ρώτησα πού βρήκε το χρυσάφι κι έφτιαξε το θρόνο.

-Τη μητέρα σου γέμισα μώλωπες, είπε .

-Το κλειδί της βιβλιοθήκης που το βρήκε;

τον ρώτησα.

– Τους εκπροσώπους μου πλήρωσα

την Υπατία να σκοτώσουν, απάντησε

-Την

Ανδρομάχη ποιος του την έδωσε  αι παλλακίδα την έσυρε στον οίκο του;

ρώτησα.

-Ήμουν νικητής .

Τότε

ανέβηκε πάλι ο πυρετός

στο αίμα μου

και ήθελα να τον ξεκάνω.

Ορκίστηκα στον κάθε πόρο του σώματός μου να τιμωρηθεί.

Και μόλις η Κλυταιμνήστρα τέλειωσε το έργο της

τον έσυρα στην πλατεία του χωριού

και

τον παρουσίασα στις φίλες μου.

-Ίδε

ο άνδρας είπα.Ο νικητής,

ίδε!

Ακόμα

και η χρυσή μάσκα του θανάτου του  ήταν άσχημη και τρισάθλια .

μάσκα του Αγαμέμνονος! Α!

ανοίγουν το στόμα τους ,οι τουρίστες. Οι

εκδορείς του όμως

Αμαρτωλοί επίσης

ακόμα τον τόπο

εξουσιάζουν.

Δεν

την  ήθελες  την πατρίδα μου, ε;Ούτε τη μητέρα ήθελες.

Ήταν

ανίκανη να κυβερνά,

Αμαρτωλή

επίσης.

Κι από το άγιον όρος την απέκλησες.

Ακάθαρτη

να πατάει

τα άγια σου χώματα.

 Και

συ  Ηρακλή;

Πόσους

άθλους έχεις να κάνεις ακόμα;

Οδυσσέα

μη φεύγεις . Πόσους

δούρειους έχεις ακόμα  Να οδηγήσεις   ύπουλα

στο ναό της θεάς;

-Μίλα

Η

μνήμη μου λίμνη. Γεμάτη

επιπλέοντα πρόσωπα

Η

Αρίνα η ΕρωγάμειαΗ Μελισσαιόνη η Ορεισαντώ

Η Λιβύη και η Πολυράνεια

Η Αλτέα και η Νησορείνη

Η Αριάδνη και η Ευρώπη

Το

πρόσωπό μου ξεκόλλησε πάλι Βοήθεια

το πρόσωπό μου!

Το

προσωπείο μου. Οι

φασόλες τα χταποδάκια η φακή.

Τα

σωματικά υγρά των Αθηναίων

Βοήθεια!

 Αρίνα

Ερωγάμεια

Μελισσαιόνη

Ορεισαντώ Λιβύη

Πολυράνεια

Αλτέα

Νησορείνη

Αριάδνη

Ευρώπη Που

είναι τα ζατρίκιο!

Φέρτε

μου το ζατρίκιο. Και

την κιθάρα και τις φίλες μου. Γιατί

με πνίγουν η μέθοδος του άνθρακα και οι δορυφόροι της.

Οι καίσαρες και οι κόλακές τους!

-Που

είναι ο ταύρος μου; Φέρτε τον ταύρο μου.

Θέλω να χορέψω μαζί του.

Όχι, είναι ζωντανός.

Όχι ,το αίμα του δεν το πίνουν

οι δέκα γυιοί του Ποσειδώνος  και της Κλειτούς.

Όχι

το βλέμμα του δεν θέλω να το βλέπω

στο ρυτό του μικρού ανακτόρου.

Όχι ,πιάνω τα κέρατά του!

Η αρένα είναι γεμάτη θεατές που κρατάνε την ανάσα τους.

Πηδάω στη ζεστή του πλάτη.

Παίρνει το βήμα μου.

Παίρνω το δικό του.

Ο ρυθμός γίνεται γρήγορος.

Οι θεατές τρομάζουν.

Βλέπω τον τρόμο στα μάτια τους.

Τα χέρια μου έχουν κολλήσει στην πλάτη του ταύρου μου.

Τρέχουμε γελάμε χορεύουμε.

Οι θεατές περιμένουν να τελειώσουμε

να χειροκροτήσουν!

Μα τους την έχω φέρει

έχω κολλήσει στην πλάτη του ταύρου μου.

Χλευάζω το φόβο τους.

 

Έχω κολλήσει

στην πλάτη του. Χορεύω

και παίζω και γελώ!

Είμαι ένα μαζί του

Είμαι

και πάλι η Κρήσσα.

 

Κνωσσός

1983

Συμεωνίδου

Μάρθα  210901149   /   58583566

 

 

Advertisements